Η νόσος Mpox παραμένει υπό στενή παρακολούθηση, τόσο από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO), όσο και το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC).

Στην Ελλάδα, οι διαγνώσεις Mpox κυμαίνονται σε χαμηλά επίπεδα. Η μετάδοση αφορά κυρίως σε δίκτυα στενών σωματικών/σεξουαλικών επαφών και όχι σε ευρεία διασπορά στην κοινότητα.

Ειδικότερα, από τo 2022 έως και το τέλος του 2025, έχουν καταγραφεί από τον ΕΟΔΥ 161 περιστατικά με επιβεβαιωμένη νόσο MPOX, ενώ το 2026 (έως και σήμερα) έχουν καταγραφεί 6. Παρά τον μειωμένο αριθμό νέων διαγνώσεων, ο ΕΟΔΥ παραμένει σε εγρήγορση. Παράλληλα, έχουν δρομολογηθεί οι αναγκαίες διαδικασίες για την προμήθεια νέας παρτίδας εμβολίων έναντι του MPOX, η οποία αναμένεται να ολοκληρωθεί το προσεχές διάστημα, προκειμένου τα εμβόλια να διανεμηθούν στα εμβολιαστικά κέντρα.

Υπενθυμίζεται ότι ο ιός Mpox μεταδίδεται μέσω της στενής, παρατεταμένης δερματικής ή σεξουαλικής επαφής με άτομο που νοσεί, της από κοινού χρήσης μολυσμένων αντικειμένων (π.χ. κλινοσκεπάσματα, πετσέτες) και της παρατεταμένης επαφής πρόσωπο με πρόσωπο μέσω αναπνευστικών εκκρίσεων ή μεγάλων σταγονιδίων. Επισημαίνεται ότι ο ιός δεν αφορά, ούτε συνδέεται αποκλειστικά με κάποια συγκεκριμένη ομάδα πληθυσμού.

Η έγκαιρη ανίχνευση των συμπτωμάτων είναι κρίσιμη για τον περιορισμό της διασποράς της νόσου. Τα κύρια συμπτώματα περιλαμβάνουν εξανθήματα, φυσαλίδες ή πληγές σε οποιοδήποτε μέρος του σώματος (συμπεριλαμβανομένης της πρωκτογεννητικής περιοχής), πυρετό, ρίγη και αίσθημα καταβολής, διογκωμένους λεμφαδένες, μυαλγίες και κεφαλαλγία.

Σε περίπτωση εκδήλωσης συμπτωμάτων ύποπτων για Mpox, συστήνεται η αποφυγή σεξουαλικών επαφών και κοινωνικών εκδηλώσεων, και η άμεση επικοινωνία με ιατρό.

Στην Ελλάδα, η νόσος Mpox έχει εμφανίσει μέχρι σήμερα κυρίως ήπια έως μέτρια νοσηρότητα, παρόμοια με αυτή που καταγράφεται στην υπόλοιπη Ευρώπη. Τα περισσότερα περιστατικά δεν χρειάζονται νοσηλεία, αντιμετωπίζονται υποστηρικτικά, ενώ τα συμπτώματα συνήθως υποχωρούν εντός 2–4 εβδομάδων.